ΥΓΕΙΑ

Ο εγκέφαλός μας μπορεί να είναι «προγραμματισμένος» να ανακτά το χαμένο βάρος

This post was originally published on this site

Η απώλεια βάρους ίσως να μην εξαρτάται τόσο από τη δύναμη της θέλησης όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Νέα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι ο εγκέφαλος μπορεί να «θυμάται» το παλαιότερο, υψηλότερο βάρος του σώματος και να ενεργοποιεί βιολογικούς μηχανισμούς που δυσκολεύουν τη διατήρηση της απώλειας κιλών.

Για τους πρώτους προγόνους μας, το σωματικό λίπος ήταν ζήτημα επιβίωσης: η έλλειψή του μπορούσε να οδηγήσει σε λιμοκτονία, ενώ η υπερβολική ποσότητα μπορούσε να μειώσει την ταχύτητα και την ευκινησία τους. Με την πάροδο του χρόνου, το ανθρώπινο σώμα ανέπτυξε εξαιρετικά αποτελεσματικούς βιολογικούς μηχανισμούς, ενσωματωμένους στον εγκέφαλο, που προστατεύουν τα ενεργειακά του αποθέματα.

Στον σύγχρονο κόσμο, όμως, όπου η πρόσβαση σε θερμιδικά πυκνά, υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι συχνά εύκολη και ο καθιστικός τρόπος ζωής είναι κάτι συνηθισμένο, οι ίδιοι εξελικτικοί μηχανισμοί λειτουργούν εις βάρος μας. Σύμφωνα με νέα έρευνα, ο εγκέφαλος «θυμάται» το υψηλότερο σωματικό βάρος και προσπαθεί να το διατηρήσει, αντιμετωπίζοντάς το ως το νέο φυσιολογικό. Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί άνθρωποι ξαναπαίρνουν τα κιλά που έχασαν μετά από δίαιτα. Όπως δείχνουν τα επιστημονικά δεδομένα, η επαναπρόσληψη βάρους δεν οφείλεται απαραίτητα σε έλλειψη αυτοπειθαρχίας, αλλά στο ότι η βιολογία κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο εξελίχθηκε: να αντιστέκεται στην απώλεια βάρους.

Μπορούμε να «ξεγελάσουμε» τη βιολογία;

Σε αυτό το σημείο, ορισμένα δημοφιλή φάρμακα για την απώλεια βάρους, έχουν δημιουργήσει νέες ελπίδες. Δρουν μιμούμενα ορμόνες του εντέρου που στέλνουν στον εγκέφαλο το μήνυμα να μειώσει την όρεξη. Ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο. Σε ορισμένους ανθρώπους οι παρενέργειες καθιστούν δύσκολη τη συνέχιση της αγωγής, ενώ σε άλλους δεν επιφέρουν σημαντική απώλεια βάρους.. Επιπλέον, όταν διακοπεί η θεραπεία, οι βιολογικοί μηχανισμοί επανενεργοποιούνται και τα χαμένα κιλά συχνά επιστρέφουν.

Οι εξελίξεις στην έρευνα για την παχυσαρκία και τον μεταβολισμό δημιουργούν την ελπίδα ότι μελλοντικές θεραπείες θα μπορούν να μειώνουν τη δραστηριότητα αυτών των μηχανισμών ακόμη και μετά το τέλος της φαρμακευτικής αγωγής. Παράλληλα, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η καλή υγεία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με έναν συγκεκριμένο αριθμό στη ζυγαριά. Η συστηματική άσκηση, ο ποιοτικός ύπνος, η ισορροπημένη διατροφή και η καλή ψυχική υγεία μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία, ακόμη κι αν το βάρος δεν μειωθεί ιδιαίτερα.

Απαιτείται διαφορετική προσέγγιση

Η παχυσαρκία δεν αποτελεί μόνο ατομικό ζήτημα, αλλά και κοινωνική πρόκληση. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι απαιτούνται πολιτικές πρόληψης, όπως η επένδυση σε πιο υγιεινά σχολικά γεύματα, ο περιορισμός των διαφημίσεων ανθυγιεινών τροφίμων που απευθύνονται στα παιδιά, ο σχεδιασμός πόλεων που ευνοούν το περπάτημα και το ποδήλατο, καθώς και η καθιέρωση τυποποιημένου μεγέθους μερίδας στα εστιατόρια.

Οι επιστήμονες δίνουν επίσης μεγάλη προσοχή στα πρώτα χρόνια της ζωή έως την ηλικία περίπου των επτά ετών, καθώς τότε το σύστημα ρύθμισης του σωματικού βάρους είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις επιδράσεις του περιβάλλοντος. Οι ειδικοί συνιστούν επίσης να αποφεύγονται οι εξαντλητικές δίαιτες και να δίνεται έμφαση σε βιώσιμες αλλαγές στον τρόπο ζωής. Ο επαρκής ύπνος συμβάλλει στη ρύθμιση της όρεξης, ενώ η τακτική σωματική δραστηριότητα– ακόμη και το απλό περπάτημα – μπορεί να βελτιώσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και την υγεία της καρδιάς.

Το βασικό μήνυμα, ωστόσο, είναι ότι η παχυσαρκία δεν αποτελεί προσωπική αποτυχία, αλλά μια βιολογική κατάσταση που διαμορφώνεται από τον εγκέφαλο, τα γονίδια και το περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Ταυτόχρονα, οι εξελίξεις στη νευροεπιστήμη και τη φαρμακολογία δημιουργούν νέες προοπτικές για αποτελεσματικότερες θεραπείες, ενώ οι στρατηγικές πρόληψης μπορούν να βελτιώσουν την υγεία των επόμενων γενεών.

Πηγή: Science Daily

Home News