ΠΑΙΔΙ

Η υπόθεση της παρερμηνευμένης εξάσκησης: Η παρεξηγημένη σχέση ανάμεσα στην προσπάθεια και τη μάθηση

This post was originally published on this site

Όταν τα παιδιά μου ήταν στο δημοτικό σχολείο, θυμάμαι ότι η μελέτη για τις εξετάσεις ήταν αρκετά απλή. Σίγουρα, έπρεπε να αφιερώσουν χρόνο, αλλά οι δάσκαλοι δήλωναν με αρκετή σαφήνεια τι χρειαζόταν να μελετήσουν. Στο γυμνάσιο, φυσικά, οι δάσκαλοι άρχισαν να γίνονται λίγο πιο ασαφείς.

Και τώρα, καθώς παρακολουθώ τον μεγαλύτερο γιο μου να ξεκινά στην πρώτη τάξη του λυκείου, είναι εμφανές ότι δεν πρέπει μόνο να σκέφτεται πιο ανεξάρτητα για το τι πρέπει να μελετήσει, αλλά πρέπει επίσης να λάβει αποφάσεις για το πώς να μελετήσει. Δηλαδή, ας υποθέσουμε ότι πρέπει και να κοιμηθεί, δεν μπορεί να αφιερώνει πολλές ώρες για κάθε μάθημα.

Θα πρέπει λοιπόν να αφιερώσει τον περιορισμένο χρόνο του στο να ξαναδιαβάσει το κεφάλαιο; Να δημιουργήσει μια περίληψη; Να εξετάσει ξανά τις ασκήσεις που έλυσε και τα βήματα που έκανε; Ή να βρει νέες μεθόδους εξάσκησης;

Νομίζω ότι οι μουσικοί έχουν μια παρόμοια εμπειρία στην εξέλιξη της εξάσκησης ενός οργάνου. Όταν είμαστε νεότεροι, είναι πολύ πιο ξεκάθαρο στο τι πρέπει να μελετήσουμε και πώς. Μπορούμε να οργανώσουμε δραστηριότητες εξάσκησης σε σχέση με το χρόνο ή με τον αριθμό των επαναλήψεων και να προσδιορίσουμε σαφείς στόχους.

Όμως όσο μεγαλώνουμε, δεν υπάρχουν μόνο περισσότερες σημειώσεις που χρειάζεται να μάθουμε και περισσότερα προβλήματα που χρειάζεται να επιλύσουμε, αλλά επίσης και τα όρια του χρόνου αρχίζουν να γίνονται πολύ πιο εμφανή.

Έτσι, η ικανότητα επιλογής των πιο αποτελεσματικών στρατηγικών πρακτικής για οποιοδήποτε τομέα/ πεδίο/ αντικείμενο γίνεται ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τον χρόνο μας. Αλλά πώς πρέπει να επιλέξουμε; Όπως επίσης, πώς μπορούμε να πούμε εάν αυτό που κάνουμε βοηθά πραγματικά στη μάθηση;

Η έρευνα πάνω στη σχέση προσπάθειας και μάθησης

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ διεξήγαγαν μια σειρά μελετών για να δουν αν θα μπορούσαν να αποκτήσουν κάποια εικόνα σχετικά με το γιατί οι μαθητές επιλέγουν συγκεκριμένες στρατηγικές μελέτης – και γιατί συχνά προτιμούν τελικά λιγότερο αποτελεσματικές στρατηγικές. Σε μία μελέτη, για παράδειγμα, οι συμμετέχοντες εξασκήθηκαν στο να διακρίνουν μεταξύ διαφορετικών τύπων πτηνών χρησιμοποιώντας την blocked practice (όπου τελειοποιείται ένα μεμονωμένο μέρος και μετά συνεχίζουμε) και το interleaved practice (όπου γίνεται εναλλαγή 2-3 μερών).

Κατά τη φάση της πρώτης πρακτικής, τους παρουσιάστηκαν 15 εικόνες του ίδιου τύπου πουλιού, η μία μετά την άλλη. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης, όλες οι εικόνες πουλιών ανακατεύτηκαν και παρουσιάστηκαν με τυχαία σειρά. Έτσι, αντί να βλέπουν 15 διαφορετικά σπουργίτια, 15 διαφορετικά περιστέρια και, στη συνέχεια, 15 διαφορετικά είδη παπαγάλων, θα μπορούσαν να δουν 2 σπουργίτια και, στη συνέχεια, 1 περιστέρι, 3 παπαγάλους, 1 αηδόνι κ.λπ.

Μετά από κάθε πειραματική διαδικασία, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αξιολογήσουν πόση προσπάθεια χρειάστηκε να καταβάλουν σε κάθε τύπο εξάσκησης. Τέλος, τους ζητήθηκε να επιλέξουν ποια στρατηγική μελέτης θα χρησιμοποιούσαν εάν έπρεπε να μελετήσουν και να ξαναπροσπαθήσουν. Τι έμαθαν οι ερευνητές από όλα αυτά;

Τι προτιμούν οι εκπαιδευόμενοι και γιατί;

Αρχικά, υπήρχε μια σαφής προτίμηση για το blocked practice, με το 68% των συμμετεχόντων να αναφέρουν ότι θα το επέλεγαν για να ξαναπροσπαθήσουν, ενώ μόνο το 32% επέλεξε το interleaved practice, το οποίο είναι ενδιαφέρον, αφού οι περισσότερες έρευνες σε σχέση με τις δύο πρακτικές δείχνουν ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η μέθοδος εναλλαγής μερών (το interleaved δηλαδή) είναι στην πραγματικότητα η πιο αποτελεσματική στρατηγική.

Γιατί λοιπόν οι συμμετέχοντες να επιλέξουν μια λιγότερο αποτελεσματική στρατηγική μελέτης; Φαίνεται ότι υπάρχουν δύο παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή τους.

Το πρώτο είναι ότι οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν την interleaved practice ως σημαντικά πιο απαιτητική από την πρώτη. Επίσης, τη θεωρούσαν και λιγότερο αποτελεσματική. Και αυτοί οι δύο παράγοντες συσχετίζονταν: όσο πιο νοητικά απαιτητική αξιολογούσαν την interleaved practice, τόσο λιγότερο αποτελεσματική θεωρούταν η στρατηγική. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερη προσπάθεια χρειάστηκε να βάλουν, τόσο λιγότερα ένιωθαν ότι μάθαιναν.

Η υπόθεση της παρερμηνευμένης προσπάθειας

Υπάρχει πιθανότητα οι συμμετέχοντες να ήταν απλώς οκνηροί και να μην ήθελαν να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια; Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο προτίμησαν το πρώτο και γνωστότερο τρόπο εξάσκησης;

Είναι μάλλον πιθανό αυτός να ήταν ένας μικρός παράγοντας για ορισμένους, αλλά τα δεδομένα δείχνουν πραγματικά ότι εδώ μεγαλύτερη βαρύτητα είχε αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν «υπόθεση της παρερμηνευμένης προσπάθειας».

Σημαίνει ότι οι μαθητές δεν έλκονται από λιγότερο απαιτητικές ή αποτελεσματικές στρατηγικές, απλώς δεν ξέρουν πραγματικά ποια είναι η καλύτερη στην κάθε περίπτωση. Έχουν δηλαδή μια παρεξηγημένη, ίσως και διαστρεβλωμένη εικόνα.

Οπότε όταν παλεύουμε να καταλάβουμε ένα δύσκολο πρόβλημα μαθηματικών ή όταν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ένα κείμενο, φαίνεται ότι παρερμηνεύουμε την μεγαλύτερη προσπάθεια ως μια ένδειξη μειωμένης μάθησης.

Και γι’ αυτό τείνουμε να προτιμάμε δραστηριότητα όπως να διαβάζουμε ξανά και ξανά το κείμενο, που μας φαίνεται ευκολότερο και πιο παραγωγικό από το να δοκιμάζουμε άλλους εναλλακτικούς τρόπους, όπως προσπάθεια να βγάλουμε μια περίληψη, να αναλογιστούμε πάνω σε διάφορα κομμάτια του και να το αναλογιστούμε σύμφωνα με άλλες παλαιότερες γνώσεις μας. Όμως, οι έρευνες λένε ότι όσο μεγαλύτερη προσπάθεια απαιτεί μια στρατηγική, τόσο συχνότερα οδηγεί σε αποτελεσματικότερη μάθηση.

 

enallaktikidrasi.com

The post Η υπόθεση της παρερμηνευμένης εξάσκησης: Η παρεξηγημένη σχέση ανάμεσα στην προσπάθεια και τη μάθηση appeared first on Newsitamea.gr.

Ειδήσεις και νέα από την Ελλάδα και τον Κόσμο -Newsitamea.gr



%d bloggers like this: